ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ


ΒΙΟΣ  ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ



ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΑΓΙΑ.

Ἡ Ἁγία Γλυκερία, λάμπει στὸ νοητὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας, σὰν φωτεινὸ ἀστέρι πρώτου μεγέθους, μεταξὺ τῶν λοιπῶν καλλινίκων μαρτύρων τῆς Ἐπαρχίας Ἡράκλειας Θράκης.
Γεννήθηκε στὴν Τραιανούπολη, παραθαλάσσια πόλη στὸν Ἀδριατικὸ κόλπο, ἡ ὁποία κοινῶς λεγόταν Τράνι. Πότε γεννήθηκε ἀκριβῶς, δὲν εἶναι γνωστό. Ἔζησε, κατὰ τὸν Β' μ.Χ. αἰώνα καὶ καταγόταν ἀπὸ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας της, ὀνόματι Μακάριος, εἶχε διατελέσει τρεῖς φορὲς ὕπατος τῆς Ρώμης.
Ἡ Ἁγία Γλυκερία, ἦταν μία εὐσεβέστατη χριστιανή, μὲ πίστη ἀκράδαντη καὶ ἀπαράμιλλη αὐταπάρνηση. Ὅταν βρισκόταν στὴν ἀκμὴ τῆς ἡλικίας της, αὐτοκράτορας στὴ Ρώμη ἦταν ὁ Ἀντωνίνος, ὁ Εὐσεβὴς (138-161 μ.Χ.), ἡγεμόνας δὲ τῆς Εὐρώπης, μὲ ἕδρα - κατ' ἀρχὰς - τὴν Τραίανουπολη, ὁ Σαβίνος. Καὶ οἱ δύο τους ἦταν φανατικοὶ εἰδωλολάτρες.
Στὴν Τραίανουπολη, αὐτὴ τὴν ἐποχή, κατοικοῦσαν λίγοι Χριστιανοί. Παρ' ὅλο ποῦ ἐφοβοῦντο τὸν ἡγεμόνα Σαβίνο καὶ τοὺς ἄλλους εἰδωλολάτρες, ἐν τούτοις, καθημερινά, συνανθροίζονταν κρυφά, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν στὸ Θεό. Ἀπὸ τὶς συναθροίσεις αὐτὲς δὲν ἔλειπε ποτὲ καὶ ἡ Ἁγία. Ἐκεῖ, εὕρισκε τὴν εὐκαιρία νὰ κηρύττει μὲ θέρμη, ἀλλὰ καὶ νὰ διαδηλώνει μὲ θάρρος, τὴν ἀγάπη τῆς «εἰς Χριστόν, ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».
Μὲ τὴν παρουσία της, τὴν ταπείνωσή της, τὴν Πίστη της στὴν Ἁγία Τριάδα, τὸ τακτικὸ κήρυγμα καὶ τὸ ἐν γένει παράδειγμά της, ἔστηριζε στὴν πίστη, τοὺς ὀλίγους φοβισμένους Χριστιανοὺς τῆς γενέτειράς της.

ΒΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΘΥΣΙΕΣ ΣΤΑ ΕΙΔΩΛΑ.
Ὁ βασιλιὰς Ἀντωνίνος, ὄντας εἰδωλολάτρης, ἐθυσίαζε τακτικὰ στὰ εἴδωλα τῶν ψευδωνύμων θεῶν, ἰδιαίτερα δέ, στὸ θεὸ τῶν Ἑλλήνων, Δία. Κάποια ἡμέρα, μετὰ ἀπὸ σύσκεψη, μὲ τοὺς μιαροὺς ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, στὸ ναὸ τοῦ Δία, ἐξέδωκε νόμο, μὲ τὸν ὁποῖο ὑποχρέωνε ὅλους τους ὑπηκόους του, νὰ θυσιάσουν στοὺς θεοὺς καὶ πρῶτα - πρῶτα στὸ Δία. Κατὰ τῶν ἀρνουμένων, ὁ νόμος, προέβλεπε σκληρὰ βασανιστήρια καὶ τέλος θάνατο.
Ὁ νόμος αὐτὸς στάλθηκε σ' ὅλη τὴν ἐπικράτεια τοῦ βασιλείου του. Ἔτσι, λοιπόν, ἔφθασε καὶ στὰ χέρια τοῦ ἡγεμόνα τῆς Εὐρώπης, Σαβίνου. Εὐ- πειθής, ὅπως ἦταν, ἔδωκε ἐντολή, ἀμέσως, καὶ τελέσθηκε ἡ πρώτη κοινὴ θυσία, στὸ ναὸ Μαξιμιανουπὸλεως, ὅπου καὶ ἐπέδειξε τὸ βασιλικὸ νόμο. Τὴν ἑπόμενη, ὁ παμμίαρος, ἐπῆγε στὴν Τραίανουπολη. Ἀφοῦ κι ἐδῶ ἐπέδειξε τὸ νόμο στοὺς κατοίκους, μπῆκε στὸ ναὸ τοῦ Δία, νὰ κάνει θυσία. Χωρὶς ἀντίρρηση, ὅλοι συμφώνησαν ὅπως, μετὰ ἀπὸ 3ήμερο ἐξαγνισμό, συγκεντρωθοῦν στὸ ναὸ τοῦ Δία, κρατώντας ἀπὸ μία λαμπάδα, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ γενέθλια του βασιλιᾶ καὶ νὰ θυσιάσουν στὸ μεγάλο Δία. Ὅποιος θὰ ἠρνεῖτο νὰ κρατήσει λαμπάδα καὶ νὰ κάνει θυσία, θὰ θανατωνόταν καὶ θὰ εἶχε τέλος οἰκτρό.
Τὸ βασιλικὸ πρόσταγμα, ἔφθασε καὶ στ' αὐτιὰ τῆς Ἁγίας Γλυκερίας καὶ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν. Ἡ Ἁγία, γιὰ νὰ τονώσει τὴν Πίστη τῶν ἀδελφῶν της χριστιανῶν, ἐπῆγε στὴ συνάθροισή τους καὶ ἔμιλησε πρὸς αὐτοὺς γιὰ τὸν Ἐπουράνιο Βασιλέα, τὴ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ τὴν αἰώνιο Βασιλεία. Ἰδιαίτερα, ἔτονισε, ποιοὶ θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τελειώνοντας, ἀφοῦ τοὺς συνέστησε νὰ ἔχουν πίστη στὸ Χριστὸ καὶ νὰ ζοῦν βίο ἠθικό, τοὺς εὐχήθηκε, νὰ ἀπολαύσουν ὅλες τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ 3ήμερο αὐτό, ὅλοι οἱ χριστιανοὶ τῆς Τραϊανουπόλεως, προσεύχονταν θερμὰ στὸν Κύριο, νὰ τοὺς δώσει πίστη καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύσει στὸν ἀγώνα τους. Περισσότερη δύναμη ἂπ' ὅλους, ζητοῦσε ἀπὸ τὸ Θεό, ἡ Ἁγία Γλυκερία. Εἶχε πάρει ἀπόφαση, νὰ ἐπιτεθεῖ εὐθέως, κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἐλέγξει τὴν πλάνη τῶν εἰδωλολατρῶν. Ὁ φόβος τῆς εἶχε ξεπερασθεῖ, γιατί εἶχε προετοιμασθεῖ ψυχικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικά.

Η ΑΓΙΑ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΝΑ ΘΥΣΙΑΣΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑ.
Μόλις συμπληρώθηκαν οἱ τρεῖς ἡμέρες, ὅλοι οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Τραίανουπολεως, κρατώνας ἀπὸ μία λαμπάδα, ἔτρεχαν, σὰ μανιασμένοι, γιὰ νὰ θυσιάσουν στὸ Δία. Αὐτοὺς ἀκολούθησε καὶ ἡ Ἁγία. Ἀφοῦ σημείωσε στὸ μέσον του μετώπου της, ἔντονα, τὸν τύπον τοῦ Σταυροῦ, γιὰ δύναμη καὶ φωτισμό της, ἔτρεξε καὶ στάθηκε μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα. Χωρὶς νὰ φοβηθεῖ, ἀπευθύνθηκε πρὸς αὐτόν, μὲ πρωτοφανῆ τόλμη καὶ τοῦ εἶπε:
«Λαμπρότατε Ἡγεμόνα· ἐπίτρεψέ μου, νὰ κάνω ἀρχὴ καὶ νὰ σοὺ δείξω, πῶς θυσιάζουν στὸ Θεό, μία καὶ κατέχω τὴν πρώτη θέση, ὡς κόρη τοῦ ἄξιου Μακαρίου, ποῦ διετέλεσε τρεῖς φορὲς ὕπατος τῆς Ρώμης». Ὁ ἡγεμόνας, βλέποντας τὴν προθυμία της, τὴν ἔρωτα, ποὺ εἶναι ἡ λαμπάδα της! «Ὑψηλότατε· ἂν δὲν τὸ ξέρεις, σοὺ δηλώνω εὐθέως, ὅτι εἶμαι Χριστιανή». Κι ἀμέσως, δείχνοντας τὸ Σταυρό, ποῦ ἦταν σημειωμένος στὸ μέτωπό της, τοῦ διευκρινίζει. «Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσβέστη λαμπάδα μου! Αὐτὴ ἡ λαμπάδα, φωτίζει ὅλες. τὶς θυσίες τῶν Χριστιανῶν καὶ τοὺς ὁδηγεῖ στὸν Ἐπουράνιο Βασιλέα Χριστό». Ὁ Σαβίνος, μὴ μπορώντας νὰ ἐννοήσει τοὺς λόγους της, τὴν προστάζει νὰ θυσιάσει. Ἡ Ἁγία, χωρὶς νὰ χάσει τὸ θάρρος της, τοῦ ἀπαντᾶ: « Ὁ Χριστός μου, ὁ αἰώνιος Βασιλεὺς καὶ θεός μου, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λαμπάδες ποῦ καπνίζουν. Δῶσε, σὲ παρακαλῶ, ἐντολὴ νὰ σβήσουν ὅλοι τὶς λαμπάδες τους, γιὰ νὰ γίνει δεκτὴ ἡ θυσία μου ἀπὸ τὸ μόνο ἀληθινὸ Θεό».
Ὄντως, ἔδωκε ἐντολὴ νὰ σβήσουν τὶς λαμπάδες. Τότε, ἡ θεία Γλυκερία, στρέφεται πρὸς τὸν συγκεντρωμένο ὄχλο καὶ λέγει, δυνατά: «Βλέπετε τὴ φωτεινὴ λαμπάδα, ποῦ εἶναι σημειωμένη στὸ μέτωπό μου;» Ὁ λαός, ἄναυδος, παρακολουθεῖ τὴν Ἁγία, νὰ δείχνει μὲ τὸ χέρι της, τὸ σταυρὸ στὸ μέτωπό της καὶ ἀκολούθως, μὲ τὰ χέρια τῆς ὑψωμένα καὶ τὰ μάτια τῆς ἔστραμμενα πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ προσεύχεται, ἱκετευτικά: « Ὁ Θεός, ὁ Παντοκράτωρ, ὁ Δοξασμένος ἀπὸ τοὺς δούλους Σου, γιὰ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ Σου, Ἐσύ, ποῦ ἔσωσες τοὺς ὁσίους Παίδας τῶν λεόντων καὶ νικητὴν ἀνέδειξες τὸν δοῦλον σου Δανιὴλ Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ ἄμωμος ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ἔλθε καὶ ἐπ' ἐμέ τὴν ταπεινὴ δούλη Σου καὶ κατατρόπωσε τὸν δαίμονα τῆς εἰδωλολατρείας καὶ φώτισε τὸ πλάσμα Σου νὰ Σὲ γνωρίσει καὶ νὰ Σὲ πιστεύσει ὡς Υἱόν του θεοῦ, ποῦ στραυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία του». Καί, ὢ τοῦ θαύματος! Πρὶν καλὰ καλὰ τελειώσει τὴν προσευχή της, ἀκούσθηκε βροντὴ μεγάλη καὶ παρευθύς, ἔπεσε τὸ λίθινο ὁμοίωμα τοῦ Δία καὶ ἔγινε κομμάτια. Ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, μετὰ ἂπ' αὐτὸ τὸ παράδοξο γεγονός, ταράχθηκαν.

ΤΗ ΛΙΘΟΒΟΛΟΥΝ ΑΛΛΑ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΓΓΙΖΟΥΝ.
Ὁ Σαβίνος, μόλις εἶδε τὸ ἄγαλμα τοῦ Δία κομματιασμένο, ἐκνευρίσθηκε πάρα πολὺ καὶ ἔδωκε διαταγή, μετὰ ἀπὸ προτροπὴ καὶ τῶν ἱερέων τοῦ ναοῦ, νὰ θανατωθεῖ ἡ Ἁγία, μὲ λιθοβολισμό.
Ἔτσι, τὸ πλῆθος τῶν εἴδολολατρων, ἄρχισε μὲ μανία νὰ ρίχνει ἐπάνω στὴν Ἁγία, πέτρες. Παραδόξως ὅμως, ἔβλεπαν ὅτι καμία πέτρα δὲν τὴν ἄγγιζε, λὲς κι ἦταν ἄυλη ὕπαρξη, ἐνῶ δίπλα της εἶχαν συγκεντρωθεῖ σωροὶ ἀπὸ πέτρες.
Ἀντί, τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ γεγονὸς νὰ τοὺς προβληματίσει καὶ νὰ ἐννοήσουν ἡγεμόνας, ἱερεὶς καὶ λαός, τὴν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, ἐφώναζαν, ὅτι εἶναι φαρμακὸς καὶ κάνει μαγεῖες, γι' αὐτὸ καὶ δὲν τὴν ἐγγίζουν οἱ πέτρες. Τότε ἡ μακαριὰ Γλυκερία, μὲ ἠρεμία, τοὺς ἀπήντησε: «Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν ὑπῆρξα ποτὲ φαρμακὸς (μάγισσα) καὶ ποτὲ δὲν ἀσχολήθηκα μὲ σατανικὲς ἐνέργειες. Ἐπειδὴ ὅμως, ἐπιμένετε νὰ μὲ λέτε φάρμακο, σᾶς τονίζω, ὅτι τὰ «φάρμακα» τοῦ Χριστοῦ μου βοηθοῦν πάντοτε στὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν βλάπτουν κανένα. Αὐτὰ τὰ «φάρμακα» ἐνδυνάμωσαν καὶ μένα καὶ φανερώθηκε ἡ πλάνη σας. Ἡ δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεανθρώπου, μὲ βοήθησε καὶ δὲν ἄγγιξε ἐπάνω μου μία πέτρα. Καίτοι περιμένατε, νὰ μὲ ἐνταφιάσετε κάτω ἀπὸ τὶς πέτρες, ἐγὼ δὲν ἔπαθα οὔτε τὴν παραμικρὴ ἀμυχή».
Μετὰ τὰ λόγια της αὐτά, ὁ ἡγεμόνας, διέταξε νὰ τὴν βάλουν στὴ φυλακὴ ἕως τὴν ἑπομένη καὶ νὰ τὴν ἀσφαλίσουν καλά, μήπως δραπετεύσει μὲ μαγικὸ τρόπο καὶ ἰσχυρισθεῖ κατόπιν, ὅτι τὴ βοήθησε ὁ Θεός της, ὅποτε καὶ θὰ πλάνευε πολλούς.
Ἡ Ἁγία, χωρὶς νὰ δείξει, ὅτι στενοχωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτή; τοῦ εἶπε: «Λυποῦμαι, γιατί εἶσαι φανατισμένος εἰδωλολάτρης καὶ δὲν καταλαβαίνεις, ὅτι ἀκολουθῶ τὶς ἐντολὲς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ εἶμαι προσηλωμένη στὸ νόμο Του. Ὁ Θεός μου, εἶναι παντοδύναμος, δίκαιος, ἀλλὰ καὶ φιλάνθρωπος. Εἶναι Θεὸς ἀγάπης καὶ ἐλέους. Μάθε ὅμως, ὅτι ἀντιτάσσεται στοὺς ὑπερήφανους καὶ ἐξευτελίζει τὶς βουλές τους».

ΤΗ ΦΥΛΑΚΙΖΟΥΝ.
Μετὰ τὴν ἀπάντησή της, τὴν παρέλαβαν οἱ δεσμοφύλακες καὶ τὴν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ἡ φυλάκιση τῆς Ἅγιας, ἐλύπησε πολύ τους Χριστιανούς. Ἡ θαυματουργικὴ ὅμως, ἐπέμβαση τοῦ Κυρίου, ποῦ φανερώθηκε μὲ τὸν ἀνεπιτυχῆ λιθοβολισμὸ τῆς Ἁγίας, τοὺς εἶχε ἀναπτερώσει τὸ ἠθικὸ καὶ τοὺς εἶχε τονώσει τὴν Πίστη. Τώρα, ὅλοι οἰ εἰδωλολάτρες, στὴν Τραιανούπολη, συζητοῦσαν γιὰ τὸ θαῦμα, ποῦ συνέβηκε στὴ Χριστιανὴ Γλυκερία.
Ὁ πρεσβύτερος Φιλοκράτης, ἀψηφώντας τοὺς κινδύνους, ἐπέτυχε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Ἁγία, στὴν φυλακή, λίγο, μετὰ τὸ κλείσιμο τῆς σ' αὐτή. Ἡ Ἁγία, τὸν δέχθηκε μὲ χαρὰ καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὴ σταυρώσει, γιὰ νὰ μπορέσει μὲ τὴ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, νὰ νικήσει τὴν κακία τοῦ μισόκαλου Ἑωσφόρου. Ὁ ἱερεύς, ἀφοῦ τὴν ἐνδυνάμωσε μὲ λόγια του Εὐαγγελίου, στὴν ἀπόφασή της νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χρίστου, τὴν ἔσταυρωσε καὶ τῆς εὐχήθηκε ἐκπλήρωση τοῦ πόθου της, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου.
Ἔτσι, μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ θαρραλέου ἱερέα Φιλοκράτη, ἔμεινε μόνη, ἔχοντας συντροφιὰ τὴν πίστη της στὸ Θεό. Τὸ πρωί, τῆς ἑπόμενης ἡμέρας, ὁ ἡγεμόνας, γεμάτος θυμὸ πηγαίνει στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ τιμωρήσει τὴν Ἁγία. Προστάζει, λοιπόν, νὰ τὴν φέρουν ἐνώπιόν του γιὰ νὰ ἐρωτηθεῖ, ἐὰν θέλει νὰ θυσιάσει καὶ ἐὰν δὲν πεισθεῖ πρὸς τοῦτο, νὰ δώσει ἐντολὴ νὰ θανατωθεῖ.
Ἦρθε ἡ Ἁγία, μετ' ὀλίγον καὶ στάθηκε ἔμπροσθέν του, μὲ πρόσωπο χαρούμενο.
Τότε, ὁ Σαβίνος, τὴν ἐρωτᾶ : «Γλυκερία, πές μου, μήπως πείσθηκες νὰ θυσιάσεις στὸ μεγάλο θεὸ Δία, στὸν ὅποιον καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἀντωνίνος θυσιάζει;» «Πῶς νὰ θυσιάσω σ' αὐτὸν τοῦ ἁπαντὰ ἡ Ἁγία ὁ ὁποῖος δὲν μπόρεσε οὔτε τὸν ἑαυτό του νὰ βοηθήσει, ἀφοῦ τὸ ἄγαλμα τοῦ ἔπεσε, μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, στὸν Ὅποιον προσευχήθηκα καὶ ἔγινε μικρὰ κομμάτια; Ἀπορῶ, πῶς μὲ διατάσσεις νὰ θυσιάσω σ' αὐτόν! Ἐγώ, πιστεύω στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ὅποιον καὶ ἐγνώρισα. Ἐκεῖνος μὲ ἐνισχύει στὶς δοκιμασίες μου καὶ στὰ βασανιστήρια ποῦ μου κάνετε καὶ καταλύει τὴν ψεύτικη δύναμή σας. Γιὰ τὸ Σωτήρα μου, γιὰ τὴν ἀγάπη Του, ἀποφάσισα νὰ θυσιάσο τὸν ἑαυτό μου!»
«Θυσίασε, τῆς λέγει ὁ ἡγεμόνας, πρὶν διατάξω νὰ σὲ βασανίζουν σκληρὰ καὶ σὲ θανατώσουν».« Ἄδικα, τοῦ ἅπαντα ἡ Ἁγία, ἐπιμένεις, ἀπειλώντας μὲ νὰ προδώσω τὸν Νυμφίο μου Χριστό. Δὲν πρόκειται, ὄ,τιδηποτε καὶ νὰ μοῦ συμβεῖ, νὰ Τὸν ἀρνηθῶ, γιατί, ὅπως εἶδες, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Τὸ μαρτύριο, .« τὸ προτιμῶ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμα λόγο. Γιατί μὲ τοὺς πόνους τοῦ σώματος, θὰ θεραπεύσω τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς μου».

ΤΗΝ ΚΡΕΜΟΥΝ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΞΕΣΚΙΖΟΥΝ.
Τότε, ὁ ἡγεμόνας, γιὰ νὰ τὴν τιμωρήσει σκληρότερα, διατάσσει νὰ τὴν κρεμάσουν ἀπὸ τὰ μαλλιά της. Μόλις τὴν ἐκρέμασαν ἀπὸ τὰ πλούσια μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς της, ἡ ἐνάρετη Μάρτυς, ἔδοξολογησε τὸ Θεὸ καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὴν ἐνδυναμώσει καὶ σ' αὐτὴ τὴ δοκιμασία.Ὁ Σαβϊνος, βλέποντας τὴν εὐλογημένη Γλυκερία, νὰ ἀντιμετωπίζει μὲ καρτερία καὶ τὸ μαρτύριο αὐτό, δίνει ἐντολὴ νὰ τὴν καταξεσχίσουν.
Σκληρόκαρδοι εἰδωλολάτρες ἀνέλαβαν νὰ ὑλοποιήσουν τὴ διαταγὴ αὐτή, τοῦ αἱμοδιψοῦς ἄρχοντα. Κανεὶς δὲν ὑπολόγιζε, ὅτι ὁ ἀδίστακτος ἡγεμόνας θὰ ταπεινωνόταν ἀκόμα μία φορά.Ἐνῶ ἄρχισαν νὰ τῆς καταξεσχίζουν μὲ μίσος καὶ μανία τὸ σῶμα, ἡ Ἁγία, ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τὸν ἡγεμόνα, εἶπε: « Ὑψηλότατε· μὴ χαίρεσε, γιατί ἀπὸ τὰ βασανιστήρια αὐτά, ποῦ διέταξες, δὲν αἰσθάνομαι κανένα πόνο. Ὁ Χριστός μου, μὲ προστατεύει συνεχῶς, γι' αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖς νὰ μὲ βλάψεις. Δοξασμένο νὰ εἶναι τὸ Ἅγιο Ὄνομα Τοῦ εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν».
Βλέποντας ὁ χαιρέκακος, τὴν Ἁγία, σώα, δίνει τώρα, ἐντολὴ νὰ τὴν ξεκρεμάσουν καὶ νὰ τὴν χτυπήσουν στὸ πρόσωπο, μέχρι νὰ ἀλλοιωθεῖ ἡ ὄψη της.
Ἡ γενναιόψυχη Γλυκερία, δὲν θορυβεῖται ἀπὸ τὸ ἄκουσμα τοῦ σκληροῦ αὐτοῦ μαρτυρίου, γιατί πιστεύει, ὅτι ὁ Νυμφίος της δὲν θὰ τὴν ἐγκαταλείψει. Ζώντας στὸ δικό της κόσμο, συνεχίζει θερμὰ νὰ προσεύχεται στὸν Κύριό της.
Οἱ βασανιστές, ἀρχίζουν τὸ ἔργο τους. Ἔξαφνα, ἐμφανίζεται ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὅποιος τοὺς παραλύει καὶ γίνονται σὰν νεκροί. Ἡ Μάρτυς, βλέποντας τὸ θαῦμα, ἐνθαρρύνεται γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ μαρτυρικό της δρόμο.
Ὁ Σαβίνος, τυφλωμένος, ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴν ἀπιστία του, δὲν μπόρεσε νὰ ἐννοήσει τὰ παράδοξα, ποῦ συνέβαιναν μὲ τὶς προσευχὲς τῆς Χριστιανῆς Γλυκερίας, γι' αὐτὸ καὶ ἐπέμενε, νὰ τὴν πείσει νὰ θυσιάσει στὸν Δία. Ἡ εὔψυχη Μάρτυς, τοῦ ἀρνήθηκε καὶ πάλι, λέγοντας: «Τὴ θυσία, ποῦ ζητᾶς φορτικά, τόσες ἡμέρες, δὲ θὰ τὴν προσφέρω, διότι εἶναι χωρὶς περιεχόμενο. Θυσία προσφέρω μόνο στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὴν ὁποία καὶ ζητεῖ, ἐν πνεύματι ἅγιω. Τέτοια θυσία, ἔκανε καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ, ὅταν ὁδήγησε τὸν υἱόν του Ἰσαάκ, στὸ θυσιαστήριο καὶ εὔαρεστησε τὸ Θεό. Ἀδίκως, πιστεύεις, πῶς ἔχω πέσει σὲ πλάνη. Ὁ φανατισμός σου καὶ ἡ σκληροκαρδία σου δὲ σὲ ἀφήνουν νὰ δεῖς τὴν ἀλήθεια. Μὴν ἐλπίζεις, ἐπειδὴ εἶμαι γυναίκα, ὅτι θὰ καμφθῶ ἀπὸ τὶς ἀπειλές σου καὶ τὰ σκληρὰ βασανιστήρια. Ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός, στὸ πνευματικὸ στάδιο δὲν ἔχει μόνον ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες, ποῦ ἀγωνίζονται μέχρι θανάτου, κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ τελικά, λαμπρὰ τὶς στεφανώνει. Τὸ στάδιο τῆς ἀρετῆς, εἶναι κοινό, γιὰ ὅλους τους ἀθλητὲς τῆς Πίστεως, ἄνδρες καὶ γυναῖκες».

ΤΡΕΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ.
Ὁ ἡγεμόνας, δίνει καὶ πάλιν ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τὴν μάρτυρα καὶ νὰ μὴν τῆς δώσουν οὔτε τροφή, οὔτε νερό. Ἡ Ἁγία, χωρὶς νὰ παύσει νὰ δοξολογεῖ τὸ Θεό, μπαίνει καὶ πάλι στὴ φυλακὴ μὲ θάρρος καὶ Πίστη στὸ Σωτήρα Χριστό. Ἐνῶ ὁ φρουρός, ἀσφαλίζει τὴ φυλακὴ προσεκτικά, ἡ σεμνὴ Γλυκερία, συνεχίζει νὰ δοξάζει τὸ Θεό, λέγοντας: «Εὐλογημένος εἶσαι, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μας, ὁ Ὅποιος γνωρίζεσαι ἀπὸ τοὺς δούλους Σου, ποῦ φυλάσσουν τὶς ἐντολές Σου καὶ τιμοῦν τὸ Ὄνομά Σου τὸ Ἅγιο. Κύριε, ἔπακουσόν της δούλης Σου καὶ διαφύλαξε μὲ ἀπὸ τὶς κακὲς διαθέσεις τοῦ ἀπίστου καὶ μοχθηροῦ ἡγεμόνα».
Ἀφοῦ πέρασαν τρεῖς ἥμερες, ὁ Σαβίνος, ἐγχείρισε σὲ ἔμπιστο βοηθὸ τοῦ ἀσφαλιστικὸ δακτύλιο (λουκέττο), μὲ τὴ διαταγή, νὰ σφραγίσει τὴ φυλακή, ποῦ βρισκόταν ἡ «μάγισσα» Γλυκερία.
Ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ ἡγεμόνα πηγαίνει στὴ φυλακὴ καὶ προβαίνει στὴν ἀσφάλισή της, ὅπως διατάχθηκε. Ἡ Ἁγία, καθ' ὅλο τὸ διάστημα ποῦ βρισκόταν φυλακισμένη, δοξολογοῦσε τὸ Θεό, διότι τῆς εἶχε δείξει ξεκάθαρα, ἀλλὰ καὶ θαυμαστά, τὴν ἀγάπη Του. Παρ' ὅτι τὴν εἶχαν ἀφήσει νηστική, ἐν τούτοις αὐτὴ δὲν ἐπείνασε, διότι ἄγγελος Κυρίου τῆς ἔφερνε, καθημερινῶς, οὐράνια τροφή. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ ἡγεμόνας, ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴν Ἡράκλειά της Θράκης. Στὸ ταξίδι τοῦ ὅμως αὐτό, ἤθελε νὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ ἡ Ἁγία. Κατόπιν αὐτοῦ, ἐπέρασε ἀπὸ τὴ φυλακή. Μόλις εἶδε τὴ σφραγίδα στὴν πόρτα, ἐθεώρησε, ὅτι αὐτὴ θὰ εἶχε πεθάνει, μία καὶ εἶχαν περάσει πολλὲς ἥμερες ἀπὸ τότε ποῦ εἶχε φυλακισθεῖ. Ἀνοίγει, ἀμέσως, τὴν πόρτα καὶ περιέργως βλέπει αὐτὴν νὰ ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ παραπλεύρως νὰ ὑπάρχει δίσκος, ἐπάνω στὸν ὅποιο ἦταν ψωμὶ καὶ δύο μικρὰ δοχεῖα, ποῦ περιεῖχαν γάλα καὶ νερό.
Πράγματι, τὰ ἔχασε, βλέποντας αὐτὸ τὸ παράδοξο καὶ διέταξε τὴν Ἁγία νὰ βγεῖ ἔξω.
Δυστυχῶς, ὁ σκληρόκαρδος, δὲν μπόρεσε νὰ καταλάβει, ὅτι τὴν ἔτρεφε ὁ Θεός, στὸν Ὅποιον ἐπίστευε. Ἡ μακαριὰ Γλυκερία, μόλις βγῆκε ἀπὸ τὴ φυλακή, ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχή: «Δέσποτα Θεέ, ὁ χορηγός της ζωῆς, Σύ, ποῦ ἐχάρισες εἰς τὸν λαόν Σου τὴν βοήθειάν Σου καὶ πρόσφερες τροφὴν εἰς τὸν Δανιὴλ μὲ ἄγγελόν Σου καὶ εἷς τὸν Προφήτην Ἤλιαν τροφὴν μὲ κόρακα, Σύ, ποῦ ἐπανέφερες τοὺς πλανηθέντας εἰς τὴν ὁδόν της ἀληθείας καὶ ἔδωκες φωτισμὸν σὲ τυφλούς. Σὲ εὐχαριστῶ καὶ Σὲ δοξάζω, διότι καὶ μένα, τὴν ταπεινὴ δούλη Σου, οἰκονόμησες, ἐντός της φυλακῆς μὲ οὐράνια τροφή. Σὲ παρακαλῶ, Κύριέ μου, μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις, μέχρι τῆς τελευταίας μου πνοῆς, ὡς Φιλεύσπλαγχνος Πατέρας μου. Ἀμήν».

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΝ ΗΓΕΜΟΝΑ ΣΤΗΝ ΗΡΑΚΛΕΙΑ.
Μετὰ τὴν προσευχή, ὁ ἡγεμόνας, ἀφοῦ παρέλαβε καὶ τὴ θεία Γλυκερία, ἀνεχώρησε μὲ τὴ συνοδεία του γιὰ τὴν Ἡράκλειά της Θράκης. Ὁ Σαβίνος, μόλις ἔφθασε στὴν πόλη τῆς Ἡράκλειας, ἔσπευσε, ἀμέσως, στὸ ναὸ τοῦ Δία νὰ προσφέρει θυσία. Πρέπει νὰ σημειώσουμε, ὅτι στὴν εἴσοδο τῆς Πόλεως, τὴν ἀθληφόρο Γλυκερία ὑποδέχθηκαν οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἡράκλειας, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἐπίσκοπο Δομίτιο. Ὅλοι τους ἔχαρηκαν, διότι ἔβλεπαν τὴν πιστὴ καὶ θαρραλέα Γλυκερία ἀπὸ κοντά, τῆς ὁποίας τὰ θαύματα εἶχαν ἐν τῷ μεταξὺ πληροφορηθεῖ. Ὁ Ἐπίσκοπος βλέποντας, τὴν Ἁγία ἀπτόητη νὰ ἀνεβαίνει τὸ γολγοθά της, συγκινημένος, προσευχήθηκε πρὸς τὸν Θεάνθρωπο: «Κύριε Ἴησου Χριστέ, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ὁδηγὸς τῶν πεπλανημένων, ὁ συνοδεύσας τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Φαραὼ καταποντίσας, Σὲ παρακαλῶ, δέξου τὴ θερμὴ δέησή μου, ἀλλὰ καὶ τὶς προσευχὲς ὅλων τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἡράκλειας καὶ ἐνίσχυσε τὴ δούλη Σου Γλυκερία εἰς τὴν ὁμολογία της, γιὰ τὴν ἀγάπη Σου καὶ τὴ Θεότητά Σου».
Ἡ Ἁγία, μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς προσευχὲς ὅλων τῶν Χριστιανῶν, εἰσέρχεται στὴν πόλη, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸν ἀγώνα τῆς ἐναντίον τοῦ σκληροῦ εἰδωλολατρικοῦ ἡγεμόνα.
Ὁ Σαβίνος, μὴ χάνοντας τὴν ὑπομονή του, δίνει διαταγὴ νὰ φέρουν τὴν Ἁγία ἐνώπιόν του. Εἶχε πάρει πλέον ἀπόφαση, σὲ περίπτωση, ποῦ θὰ ἠρνεῖτο νὰ θυσιάσει στὸ Δία, νὰ δώσει ἐντολὴ νὰ τὴν κάψουν ζωντανή. Σὲ ἐρώτησή του, ἂν ἄλλαξε γνώμη, ἡ Ἁγία του ἀπάντησε: «Στὸ Νόμο εἶναι γραμμένο, μὴ βάλεις σὲ δοκιμασία Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ ἂς εἶναι γιὰ σένα, τὸ ναί, ναὶ καὶ τὸ ὄχι, ὄχι διότι, ὅπως σου εἶπα, πιστεύω ἀκράδαντα στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν Ὅποιο καὶ ἀκολουθῶ. Ἔχω δὲ ἀπαρνηθεῖ καὶ ἀποκηρύξει τὸν διάβολο, τὸν ὁποῖο ἐσὺ τιμᾶς καὶ λατρεύεις. Πῶς, λοιπόν, ἐνῶ ἀκολουθῶ πιστὰ τὸ Χριστό μου, μοῦ ζητᾶς νὰ τὸν ἀπαρνηθῶ; Αὐτό, δὲ θὰ γίνει ποτέ! Γιατί, ἂν γίνει, θὰ κληρονομήσω, ἀντὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὸ θάνατο, τὴν αἰώνια κόλαση! Ὅ,τι νομίζεις κάνε. Ἐγώ, ἤδη, ἀποφάσισα νὰ καταφρονήσω τὰ πρόσκαιρα, γιὰ νὰ κληρονομήσω τὰ ἐπουράνια».

ΡΙΠΤΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΜΕΝΟ ΚΑΜΙΝΙ.
Ὁ ἡγεμόνας ὀργισμένος, γιὰ τὸ θάρρος της καὶ τὴν ἐπιμονή της, προστάζει νὰ ρίξουν τὴν Ἁγία μέσα σὲ ἀναμμένο καμίνι, ποῦ εἶχαν ἑτοιμάσει γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό. Ἡ Ἁγία, κάμνει ἀμέσως τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἀρχίζει νὰ προσεύχεται: «Κύριε Παντοκράτορ, ἀνυμνῶ Σὲ καὶ δοξάζω τὸ Πανάγιο Ὄνομά Σου, διότι, αὐτὴ τὴν ὥρα, ἔδωκες σὲ μένα τὴ δούλη Σου θάρρος, εἰρήνη καὶ ἄφατη ἀγαλλίαση, γράφοντας τὴν ὁμολογία τῆς Πίστεώς μου ἐνώπιον ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων.
Ἐκπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία μου καὶ δεῖξε στὸν ἀμετανόητο ἡγεμόνα, ὅτι Σύ, εἶσαι ὁ βοηθός μου καὶ ὁ Σωτήρας μου καὶ ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου».
Καὶ παρευθύς, σπρώχνεται στὸ πυρακτωμένο καμίνι. Καί, ὢ τοῦ θαύματος! Ἐνῶ περίμεναν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, νὰ τὴν τυλίξουν οἱ φλόγες καὶ νὰ κατακαεῖ, παραδόξως, δὲ κάηκε, γιατί ἔσβησε πάραυτα ἡ φωτιά. Δροσιὰ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατάσβεσε τὶς φοβερὲς καὶ πανύψηλες φλόγες. Ὁ ἲ αὐτόπτες μάρτυρες τὰ ἔχασαν, ὅταν εἶδαν τὸ θαῦμα, ἐνῶ ἡ πιστὴ Χριστιανὴ Γλυκερία, στεκόταν, «ὡς ἄμωμος ἀμνὸς ἐν τὴ καμίνο ἄδουσα καὶ ψάλλουσα τὴν ὠδή». «Ἅγιος καὶ Πανάγιος εἶσαι Θεέ μου, Σύ, ποῦ μὲ τὴ δύναμη τῆς Θεότητάς Σου, κατέπεμψες ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς βοήθεια, σὲ μένα τὴν ταπεινὴ δούλη Σου Γλυκερία, γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι, ὅτι σὲ Σένα τὰ πάντα ὑποτάσσονται καὶ στὸ δικό Σου θέλημα ὑπάκουσαν καὶ οἱ φλόγες τῆς καμίνου καὶ κατασβέσθηκαν, χωρὶς νὰ μὲ ἔγγισουν».
Τελειώνοντας, μὲ τὴ δοξαστικὴ καὶ εὐχαριστήρια αὐτὴ ὕμνηση, πρὸς τὸ Θεό της, βγαίνει ἡ μάρτυς ἀπὸ τὸ καμίνι, σώα καὶ ἀβλαβής.
Ὁ ἡγεμόνας, καταπικραμένος, μὴ μπορώντας νὰ αἰσθανθεῖ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν Παντοδυναμία τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ Ὅποιος ἔδωκε τόσο θάρρος καὶ δύναμη στὴ Χριστιανὴ Γλυκερία καὶ τὴν ἔσωσε ἀπὸ τὸ φοβερὸ «πῦρ» τῆς καμίνου, μὲ ἀπορία τῆς λέγει: «Πές μου, ἀπὸ ποιὸν παίρνεις θάρρος καὶ δὲ θυσιάζεις; Σταμάτα, καὶ μὴν προσπαθεῖς μὲ διάφορα τεχνάσματα νὰ ἐξαπατᾶς τοὺς πάντες».
«Θάρρος, δύναμη καὶ ἐλπίδα, τοῦ ἁπαντά, παίρνω μόνον ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν Υἱό καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Λυτρωτὴ τοῦ κόσμου. Σὲ πληροφορῶ, ὅτι δὲ χρησιμοποιῶ τεχνάσματα, ἀλλὰ μὲ ἔργα ἀγαθὰ καὶ λόγια ἀληθείας, βεβαιώνω ἐκείνους, ποῦ θέλουν νὰ πιστεύσουν στὸν ἀληθινὸ θεό».

ΤΗΣ ΓΔΕΡΝΟΥΝ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.
Ὁ Σαβίνος, ταπεινωμένος γι' ἄλλη μία φορὰ καὶ ἀπογοητευμένος γιὰ τὴν ἀποτυχία τοῦ ἐγχειρήματός του, προκειμένου νὰ κάνει τὴν Ἁγία νὰ θυσιάσει στὸν ἀγαπημένο τοῦ Δία, δίνει ἐντολὴ νὰ ἔκδαρουν τὸ κεφάλι μέχρι τὸ μέτωπό της. Χωρὶς χρονοτριβῆ, τὴν ἔδεσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ ἐντὸς ὀλίγου, οἱ ἐκτελοῦντες καθήκοντα δημίων, ἔκδαραν τὸ κεφάλι τῆς μέχρι τὸ μέτωπο, ὅπως ἀκριβῶς προστάχθηκαν.
Παρὰ τοὺς φοβεροὺς πόνους, ἡ πιστὴ Γλυκερία, δὲν χάνει τὸ θάρρος της. Πιστεύει ἀκράδαντα, ὅτι ὁ Κύριος της δὲν θὰ τὴν ἐγκαταλείψει. Ἔτσι, μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς της δὲν παύει νὰ προσεύχεται: «Κύριε, ὁ Θεός μου, Σύ, ποῦ εἶσαι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, δεῖξε καὶ στὸ μιαρὸ ἡγεμόνα Σαβινο, μὲ τὸν τρόπο ποῦ ξέρεις, πὼς κάθε ἄνθρωπος ποῦ στηρίζει τὴν ἐλπίδα του σὲ Σένα, ἀγωνίζεται, μὲ τὴ Χάρη Σου, νὰ λάβει μὲ μεγαλύτερα βασανιστήρια τὸ στεφάνι τῆς ὁμολογίας, τὸ ὅποιο Σὺ θὰ τοῦ προσφέρεις. Σ' εὐχαριστῶ Κύριε, διότι, μέσῳ τοῦ μαρτυρίου μου αὐτοῦ, μοῦ ἀποκάλυψες, ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία μου. Φώτισε μέ, λοιπόν, γιὰ νὰ κατανοήσω, τὰ θαυμάσια, ποῦ εἶναι γραμμένα στὸ θεῖο καὶ αἰώνιο Νόμο Σου».
Ὁ ἡγεμόνας, ντροπιασμένος, ἀπὸ τὴν ὅλη θαρραλέα στάση τῆς Ἁγίας ἀπέναντί του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ θαύματα ποῦ εἶχαν λάβει χώρα, ἔδωκε ἐντολὴ νὰ τὴν ξανακλείσουν στὴ φυλακὴ μέχρι τὴν ἑπομένη τὸ πρωί, ἀφοῦ προηγουμένως τὴν δέσουν χειροπόδαρα καὶ τοποθετήσουν στὸ δάπεδο αἰχμηρὲς πέτρες, ὥστε σὲ κάθε κίνησή της, νὰ ὑφίσταται ὀδυνηροὺς πόνους. Πράγματι, οἱ ὑπηρέτες, ἐκτέλεσαν κατὰ γράμμα εἰς βάρος τῆς Μάρτυρος, ὅ,τι διέταξε ὁ χαιρέκακος Σαβίνος.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ.
Περὶ τὰ μεσάνυχτα, ἦρθε ἄγγελος Κυρίου, ἔλυσε τὴν Ἁγία ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ ἀποκατέστησε θαυματουργικά, τὴ μεγάλη βλάβη τῆς ἐκδορᾶς τοῦ δέρματος τῆς κεφαλῆς καὶ ἀπόδωσε τὴν ὡραιότητα τοῦ προσώπου τῆς Ἁγίας, ὥστε νὰ λάμπει καὶ πάλι ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ χάρη.Τὴν ἑπομένη τὸ πρωί, ἐπῆγε ὁ ἡγεμόνας στὴ φυλακὴ καὶ διέταξε τὸ δεσμοφύλακα νὰ ὁδηγήσει ἐνώπιόν του τὴ φυλακισμένη Γλυκερία.
Μόλις ἄνοιξε τὴ φυλακή, ὁ δεσμοφύλακας, τὰ ἔχασε. Ἡ φυλακισμένη ἦταν λυμένη ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ τὸ κεφάλι της δὲν ἔφερε ἴχνη ἐκδορᾶς, οὔτε τὸ πρόσωπο τῆς εἶχε τραύματα. Μὴ μπορώντας νὰ τὴν ἀναγνωρίσει, ὅπως ἦταν θεραπευμένη καὶ ἀναλογιζόμενος τὶς εὐθύνες του, σκέφθηκε νὰ θέσει τέρμα στὴ ζωή του. Ἡ Μάρτυς, ἀντιληφθεῖσα τὶς προθέσεις του, τὸν καθησύχασε καὶ τὸν ἐβεβαίωσε ὅτι εἶναι ἡ ἴδια ἡ Χριστιανὴ Γλυκερία, ποῦ ζητοῦσε, γι' αὐτὸ καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κάνει κακὸ στὸν ἑαυτό του. Ἀκολούθως, τοῦ ἐξήγησε, ὅτι Ἄγγελος Κυρίου τὴν νύχτα, τὴν ἔλυσε ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ ἐθεράπευσε τὰ τραύματά της.
Ὁ δεσμοφύλακας, τρομοκρατημένος τῆς λέγει: «Τὸν εἶδα καὶ ἐγὼ τὸν Ἄγγελο ποῦ ἦρθε στὸ κελλί σου καὶ συγκλονίσθηκα. Πίστεψε μέ, τὰ εἶδα ὅλα, ἀλλά μου φαίνονταν ἀπίστευα! Βοήθησε μέ, Γλυκερία, νὰ μὴν πεθάνω, προτοῦ νὰ ἀξιωθῶ νὰ πιστέψω στὸ Θεό, ποῦ σὲ βοήθησε».
«Θεός μου», τοῦ ἅπαντα, «εἶναι ὁ Χριστός. Εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὅποιος, Θεὸς ὄντας, ἐφόρεσε καὶ ἀνθρώπινη σάρκα γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη Του, ἦταν τόσο μεγάλη γιά μας, ποῦ ἔθυσιασε τὴ ζωή Του. Γιὰ τοῦτο, λοιπόν, ἀφοῦ ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιό Του στὴ γῆ, τὴν Ἀλήθεια καὶ ἔκανε ἄπειρα θαύματα, τὸν σταύρωσαν ἄδικα καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Θέλεις, νὰ ἀκολουθήσεις τὸ Χριστό, ποῦ χαρίζει τὴ σωτηρία στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν δούλων Του;»

Ο ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΑΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΖΕΤΑΙ.
Βεβαίως. Πιστεύω στὸ Θεό, ποῦ μου λές, στὸ Χριστό! Χρειάζεται νὰ τὸ σκεφθῶ ἀκόμα, ὕστερα ἀπὸ τόσα θαυμαστὰ γεγονότα, ποῦ ἀξιώθηκα νὰ δῶ ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ μετὰ ἂπ' αὐτὰ ποῦ μου ἐξήγησες;»
«Εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἐλεήσει, ἀδελφέ! Γιὰ νὰ μὴν καθυστεροῦμε ἄλλο, πρέπει νὰ σοὺ πῶ ὅτι, ὅποιος πεθάνει γιὰ τὸ Χριστό, θὰ κερδίσει τὴν αἰώνιο Βασιλεία Του. Ἔχε ἀκράδαντη Πίστη στὸ Σωτήρα Χριστό».
Μόλις ἔτελειωσε τὰ λόγια αὐτά, ἡ Ἁγία, βγῆκε ἀπὸ τὴ φυλακή, λυμένη ὅπως ἦταν ἀπὸ τὰ δεσμά της, γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ στὸν ἡγεμόνα. Ὁ δεσμοφύλακας, φορώντας στὰ χέρια τοῦ τὰ δεσμὰ τῆς Μάρτυρος, ἀκολούθησε αὐτήν.
Ὁ Σαβίνος, βλέποντας τὴν, χωρὶς δεσμά, ἀπευθύνεται ἔξαλλος πρὸς τὸ δεσμοφύλακα καὶ τοῦ λέγει: «Πῶς τὰ ἔκανες ἔτσι, Λαοδίκιε; Γιατί τὴν ὁδηγεῖς ἐνώπιόν μου, δίχως δεσμά;»
«Ὑψηλότατε, τοῦ ἀπαντᾶ, αὐτὴ ποῦ βρίσκεται μπροστά σου, ἡ Χριστιανὴ Γλυκερία, τὴ νύχτα ποῦ πέρασε, ἐνῶ ἦταν καλὰ δεσμευμένη στὴ φυλακή, λύθηκε καὶ θεραπεύθηκε ἀπὸ Ἄγγελο καὶ τὸ πρόσωπο τῆς ἔγινε φωτεινό. Ἐγώ, βλέποντας αὐτὰ τὰ θαυμάσια του Θεοῦ, σοὺ δηλώνω, ὅτι ἐπίστευσα καὶ πιστεύω στὸ Θεὸ τῆς Γλυκερίας, στὸ Χριστό, ποῦ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ἐπειδὴ δέ, ἐπιθυμῶ, νὰ γίνω καὶ ἐγὼ συμμέτοχος τοῦ θανάτου της, ἐφόρεσα πρὸ ὀλίγου, ἀντὶ γι' αὐτή, τὰ δεσμὰ τῆς κρατούμενης». Ὁ ἡγεμόνας, ὁργισθεῖς ἀπὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ Λαοδικίου, ἔδωκε διαταγὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Εἰρωνευόμενος δέ, τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτή, νὰ μαρτυρήσει, ἐπρόσθεσε: «Θὰ ἴδουμε, ἐὰν θὰ τὸν βοηθήσει ὁ Χριστός!»
Ὁ Μάρτυρας, πρὶν νὰ ἀποκεφαλισθεῖ, ὑψώνει τὰ χέρια του πρὸς τὸν Οὐρανὸ καὶ λέγει: «Χριστέ μου, ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, Σὲ παρακαλῶ, συγχώρησε μὲ καὶ συγκαταρίθμησε μὲ μαζὶ μὲ τὴ δούλη Σου Γλυκερία».
Ἡ Ἁγία, γιὰ νὰ τονώσει τὸ Λαοδίκιο στὸ μαρτύριό του, προσευχομένη δυνατά, εἶπεν: «Ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ λύσας τὰς ὄδυνάς του θανάτου καὶ ἔλευθερωσας τὸν αἰχμαλωτισθέντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο, συγχώρησον τὸν δοῦλον Σου Λαοδίκιον καὶ ἐνδυνάμωσαν αὐτὸν εἰς τὴν ὁμολογίαν τοῦ Χριστοῦ Σου καὶ παράλαβε εἰρηνικὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ».
Χωρὶς χρονοτριβῆ, καὶ ἐνῷ ἀκούγεται ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Μάρτυρα, τὸ Ἀμήν, πέφτει ὁ πέλεκυς τοῦ δημίου, μὲ δύναμη, στὸν αὐχένα αὐτοῦ καὶ ἀποκόπτει τὴν τιμία κεφαλή του.Οἱ Χριστιανοί, χαρούμενοι γιὰ τὸ θάρρος καὶ τὴν ὁμολογία τοῦ Μάρτυρα, παίρνουν τὸ σῶμα του μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ συγκίνηση καὶ τὸ ἐνταφιάζουν χριστιανικά.Τὸ μαρτύριο, ὡς μυστήριο, ἐπέχει θέση δευτέρου βαπτίσματος στὴν Ἐκκλησία. Ἡ σωτηρία παρέχεται μὲ τὴν Πίστη καὶ τὸ βάπτισμα. «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται» (Μάρκου, ιστ' 16). Μόνον ὁ Μάρτυρας, καίτοι ἀβάπτιστος εἰσέρχεται ἔνδοξος στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, διότι τὸ βάπτισμα τοῦ τελεσιουργεῖται ὡς μυστήριο, μὲ τὴν ἔκχυση τοῦ αἵματος ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χρίστου. Ὁ Μάρτυρας βαπτίζεται στὸ αἷμα του. Τὸ μαρτύριο, ὡς καθάρσιο ἁμαρτίας ἐξαλείφει κάθε κηλίδα ἀπὸ τὸν χιτώνα τῆς ψυχῆς.Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Μαρτυρᾶς Λαοδίκιος, καίτοι ἀβάπτιστος, ἐνταφιάσθηκε σὰ νὰ ἦταν Χριστιανός.

ΤΗ ΡΙΧΝΟΥΝ ΣΤΑ ΘΗΡΙΑ.

Μετὰ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ δεσμοφύλακα Λαοδικίου, ὁ ἡγεμόνας, δὲν χάνει τὴν ὑπομονή του καὶ ἀπευθύνεται καὶ πάλι πρὸς τὴν Ἁγία: «Γνωρίζεις, Γλυκερία, ὅτι ὁ πατέρας σου ἐξελέγη τρεῖς φορὲς ὕπατος Ρώμης; Ἐπιτρέπεται σὲ σένα, νὰ μὴν πιστεύεις στοὺς θεοὺς τῶν προγόνων σου; Πές μου, λοιπόν, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποῦ σὲ βοήθει καὶ σὲ ἔσωσε, ἀπὸ τόσες δοκιμασίες καὶ πολλὰ μαρτύρια;»
«Ὑψηλότατε, ὅπως τόσες φορές σου εἶπα, Θεός μου, εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτός, μοῦ ἀπέστειλε τροφή, μὲ Ἄγγελόν Του, στὴ φυλακή. Αὐτός, κατάσβεσε τὶς πύρινες γλῶσσες τῆς καμίνου, πρὶν μὲ ἐγγίσουν. Αὐτός, ἀπέστειλε Ἄγελόν Του καὶ μὲ ἔλυσε ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ ἐθεράπευσε τὴν ἐκδαρεῖσα κεφαλή μου, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπό μου ἀπὸ τὰ τραύματα, ποῦ διέταξες καὶ μοῦ ἔκαναν οἱ δήμιοί σου. Σέβομαι καὶ τιμῶ τὸν πατέρα μου, ἀλλὰ ἡ καρδιά μου καὶ ἡ ζωή μου ἀνήκουν στὸ Νυμφίο μου Χριστό! Εἰλικρινά, ἀπορῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σου! Λυποῦμαι, γιατί, ἐνῶ τόσα θαυμαστὰ εἶδες, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σου παραμένουν κλειστά».
Ἀκούοντας τὰ λόγια αὐτά, ὁ ἡγεμόνας, διατάζει νὰ τὴ ρίξουν στὰ θηρία.
Ἡ Ἁγία, δέχθηκε μὲ χαρὰ τὴν ἀπόφασή του, διότι ἔτσι, θὰ ἀξιωνόταν, νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν Πίστη της καὶ τὴν ἀγάπη της στὸ Χριστό. Μόλις ἔκαθησε ὁ ἡγεμόνας στὸ θρόνο του, μπῆκε στὸ Στάδιο καὶ ἡ Ἁγία. Θαρραλέα καὶ χαρούμενη στάθηκε στὸ μέσον του Σταδίου, περιμένοντας, μετὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή της, βοήθεια ἀπὸ τὸν Κύριό της. Καὶ πράγματι, δὲν ἄργησε ἡ Θεία βοήθεια.

ΛΕΑΙΝΑ ΤΗΣ ΓΛΕΙΦΕΙ ΤΑ ΠΕΛΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ ΤΗΣ.
Ὁ θηριοδαμαστής, ἀνασηκώνει τὴν πόρτα τοῦ θηριοτροφείου καὶ ἐξέρχεται μία λέαινα μεγαλόσωμη, ἡ ὁποία, τρέχοντας καὶ βρυχωμένη, κατευθύνεται πρὸς τὴ Γλυκερία. Ὢ τοῦ θαύματος! Ἐνῶ ὅλοι περίμεναν, τὸ λιοντάρι, νὰ τὴν κατασπαράξει, αὐτό, ὅταν ἔφθασε κοντὰ στὴν Ἁγία, ἄρχισε νὰ κυλίεται στὰ πόδια της καὶ νὰ τῆς γλείφει τὰ πέλματα τῶν γυμνῶν ποδιῶν της. Τότε, ἡ πιστὴ Γλυκερία καὶ ἐνῶ τὸ κατάπληκτο πλῆθος παρακολουθοῦσε τὸ παράδοξο αὐτὸ θέαμα, ὕψωσε τὰ μάτια της καὶ τὰ χέρια της πρὸς τὸν Οὐρανὸ καὶ εἶπε εἰς ἐπήκοον ὅλων: «Σ' εὐχαριστῶ, Θεέ μου, Θεὲ τῶν Πατέρων, διότι καὶ τὰ ἄγρια ζῶα ἐξημέρωσες γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ μεγαλεῖο της Θεότητάς Σου καὶ παρουσίασες σὲ μένα, τὶς τόσες δυσκολίες, εὐκολίες. Δοξασμένο νὰ εἶναι τὸ Πανάγιο Ὄνομά Σου. Σὲ παρακαλῶ, εἰσάκουσε μέ, καὶ ἐπίτρεψε νὰ ἔχω τὸ μαρτυρικὸ τέλος, ποῦ ἐπιθυμεῖ ὁ σκληρόκαρδος ἡγεμόνας. Ἐνδυνάμωσε μέ, Κύριε, καὶ ἀξίωσε μὲ τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου, γιὰ νὰ συναγάλλομαι μετὰ τῶν Μαρτύρων καὶ Ἁγίων της Ἐκκλησίας Σου. Ἀμήν».
Καί, ὢ τοῦ θαύματος! Μόλις ἔτελειωσε ἡ θερμὴ αὐτὴ προσευχὴ τῆς Ἁγίας, φωνὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὸν Οὐρανό, ὁ ὁποία ἔλεγε: «Ὦ πιστή μου, δούλη Γλυκερία! Ὄντως, γιὰ σένα ἄνοιξαν οἱ πύλες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ.
Ὁ Σαβίνος, παραμένει ἄφωνος, ἄσυγκιντος καὶ ἀνέκφραστος μπροστὰ στὰ ὅσα συμβαίνουν ἐνώπιόν του, στὸ Στάδιο, ἀλλὰ καὶ στὸν Οὐρανό. Αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος μάρτυρας καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἡράκλειας, τηρεῖ τὴν ἴδια στάση μὲ τὸν ἡγεμόνα του.
Ὁ θηριοδαμαστής, σὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτα τὸ ἰδιαίτερο, συνεχίζει τὸ ἔργο του· ἀνασηκώνει τὴν πόρτα τοῦ θηριοτροφείου καὶ βγαίνει ἄλλη μία λέαινα. Αὐτὴ ὁρμᾶ ἐπάνω στὴν Ἁγία καὶ τὴ δαγκώνει, χωρὶς νὰ τῆς προξενήσει τὴν ἐλάχιστη πληγή. Ἡ Μάρτυς πέφτει νεκρή. Ἔτσι, μετὰ τὸ δάγκωμα, παραδίδει τὸ πνεῦμα της στὸ Νυμφίοτης Χριστό, τὸν Ὅποιον τόσον ἀγάπησε, ἀλλὰ καὶ εὐθαρσῶς ὁμολόγησε ἐνώπιόν του σκληρόκαρδου ἡγεμόνα Σαβίνου καὶ πλήθους εἰδωλολατρῶν χωρίς, μέχρι τὴν τελευταία της πνοή, νὰ καμφθεῖ, ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ποῦ ἔπαθε.
Μετὰ τὸ θάνατο τῆς Ἁγίας, ὁ θηριοτρόφος, ἔκλεισε τὶς δύο λέαινες στὸ κλουβί. Τὸ παράδοξο εἶναι, ὅτι καὶ οἱ δύο συμμαζεύθηκαν σὲ μία γωνία αὐτοῦ καὶ παρέμειναν κατηφεῖς, σὰν νὰ ἀντιλήφθηκαν τὸ κακὸ ποῦ συνέβηκε στὴν Ἁγία.
Ὁ Σαβίνος, προφανῶς, ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὸ τέλος τῆς Χριστιανῆς Γλυκερίας, ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ Στάδιο τὴν ἴδια ὥρα, προτοῦ προφθάσει νὰ χαρεῖ ἰδιαίτερα, γιὰ τὸ θάνατό της. Κι αὐτό, γιατί, καθ' ὅδον, ἀρρώστησε αἰφνιδίως ἀπὸ ὑδρωπικία (δήλ. ἐγέμισε ἡ κοιλία τοῦ ὀρῶδες ὑγρὸ) καὶ ἀπέθανε παραδειγματικά, ἐν μέσῳ φοβερῶν πόνων, χωρὶς νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν βοηθήσει.Μετὰ τὸ μαρτυρικὸ τέλος τῆς Ἁγίας καὶ τὴν ἀναχώρηση τῶν εἰδωλολατρῶν κατοίκων τῆς Ἡράκλειας ἀπὸ τὸ Στάδιο, ὁ Ἐπίσκοπος Δομίτιος, μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς, ποῦ παρακολουθοῦσαν προσευχόμενοι τὴν τελευταία μαρτυρική της δοκιμασία, παρέλαβαν τὸ σεπτὸ σκῆνος αὐτῆς καὶ τὸ ἐνταφίασαν σὲ τόπο ἀπέριττο, πλησίον της πόλεως Ἡράκλειας.
Ἡ Ἁγία, μετὰ τὸ μαρτύριό της, λόγω τῶν πολλῶν θαυμάτων ποῦ ἔκανε, ἀνακηρύχθηκε προστάτιδα καὶ πολιοῦχος τῆς πόλεως Ἡράκλειας. Μάλιστα, πρὸς τιμὴ τῆς ἀνήγειραν καὶ μεγαλοπρεπῆ Ναό. Ἐπίσης, ἡ Μάρτυς, ξεχωριστά, τιμήθηκε καὶ ἀπόρους κατοίκους τῆς νήσου Λήμνου, διότι ἐπὶ εἰκονομαχιῶν εἶχε μεταφερθεῖ προσωρινὰ ἐκεῖ, τὸ ἵερο λείψανό της, πλὴν τῆς τίμιας κάρας της. Ἀσματικὴ Ἀκολουθία τῆς Ἁγίας συνέθεσε ὁ ἱερὸς Θεοφάνης, ἡ ὁποία εὑρίσκεται καταχωρισμένη στοὺς Παρισινοὺς καὶ Λαυρεωτικοὺς Κώδικες.Ἀκολουθία ἐπίσης, ὡς καὶ Παρακλητικὸ Κανόνα συνέταξε καὶ ὁ Ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μᾶς Μοναχὸς π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Ἡ Μάρτυς, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας τὴ 13η Μαΐου, μαζὶ μὲ τὸν Μάρτυρα· Λαοδίκιο. Ἡ Ἁγία Γλυκερία, στὴν Ὑμνολογία, μνημονεύεται ὡς «Παρθενομάρτυς» καὶ «νεάνις».
Ὁ μαρτυρικὸς θάνατος τῆς καλλιπαρθένου Γλυκερίας διδάσκει πολλὰ στοὺς Χριστιανοὺς καὶ γενικώτερα, στοὺς θρησκευόμενους. Εἶναι ἴσως τὸ καλύτερο καὶ ἰδανικώτερο πρότυπο γι' αὐτούς. Πιστὴ Χριστιανὴ θυσιάζει τὴν κοσμικότητα καὶ τὴ σκοπιμότητα γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴ δόξα Του. Σταθερὴ στὶς πεποιθήσεις της· καθορίζει τὴ συνισταμένη τῆς ζωῆς τῆς κοντὰ στὸ Χριστό. Σὰν ἀναγκασθεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Κύριο, ν' ἀποθάνει. Παράδειγμα προσευχῆς προσεύχεται, ὅταν ἔχει ἀνάγκη λυτρωμοῦ καὶ συμπαράστασης, ἀλλὰ καὶ ὅταν θέλει νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο. Πρότυπο ὑπομονῆς, στὶς δύσκολες στιγμὲς δὲ λιποψύχει, δὲν ἀπογοητεύεται. Κοντὰ στὸ Χριστό, ἔχει χριστιανικὴ ἀνδρεία καὶ ἀπίστευτο θάρρος. Ὁπωσδήποτε, ὁ θάνατος καὶ τὸ μαρτύριο τῆς Ἁγίας Γλυκερίας τονώνει τὴν Πίστη μας καὶ διώχνει τὶς ἀπογοητεύσεις καὶ παραμερίζει τοὺς ἐγωισμούς μας.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ.
α. Μυροβόλησε ὁ τάφος της.
Ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱερὸς Δοσίθεος, στὴ Δωδεκάβιβλό του, στὴν Ἡράκλεια, ὑπῆρχε χάλκινη λεκάνη, ἡ ὁποία δεχόταν τὰ θεορρυτα μύρα, ποῦ ἀνάβλυζαν ἀπὸ τὸν τάφο τῆς Ἁγίας Γλυκερίας.Μὲ τὰ οὐράνια αὐτὰ μύρα, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ καὶ ὁ Θεοφύλακτος ὁ Σιμοκάττης, γίνονταν καθημερινῶς, πολλὰ θαύματα. Ὅλως παραδόξως, τὰ θαύματα ἔσταματησαν, ὅταν ὁ Μητροπολίτης τῆς Ἡράκλειας, ἀντικατέστησε τὴ χάλκινη λεκάνη μὲ χρυσή, ποῦ ἔφερε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μὲ δάκρυα καὶ μὲ προσευχές, τοῦ ἀποκαλύφθηκε «ἄνωθεν», ὅτι ἡ χρυσὴ λεκάνη ἦταν ἀκάθαρτη. Ὁ Μητροπολίτης, χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὴν ἐπῆγε στὸν Πατριάρχη Ἰωάννη τὸ Νηστευτή, τὸν μετέπειτα ἅγιό της Ἐκκλησίας μας. Ἐκεῖνος, μετὰ ἀπὸ ἔρευνα, ἔμαθε ὅτι, κάποιος ἄρχοντας σοφός, ἀλλὰ μάγος, ὀνόματι Παυλινος, θυσιάζοντας στοὺς δαίμονες, ἔχυνε αἷμα στὴ λεκάνη. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀναφέρθηκε στὸ βασιλιὰ Μαυρίκιο, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τοῦ Πατριάρχη, διέταξε, καὶ τὸ μὲν ἄρχοντα, ἔδεσαν σ' ἕνα στύλο, μέχρι ποῦ πέθανε, τοὺς δὲ γυιούς του, ἀποκεφάλισαν, ὡς συγκοινωνοὺς τῆς μαγείας τοῦ πατέρα τους.
Κατὰ πληροφορίαν πάλι τοῦ Θεοφύλακτου, ἡ ἀνάβλυση τῶν μύρων ἀπὸ τὸν τάφο τῆς Ἁγίας, τὴν πηγὴ αὐτὴ τοῦ χάριτος, σταμάτησε, παραδόξως, τὸ ἔτος 583 μ.Χ., πλὴν ὅμως, τὸν ἴδιο χρόνο θεία βουλὴ ἄρχισε νὰ ξαναμυροβλύζει πρὸς χαρὰν ὅλων τῶν Χριστιανῶν τῆς Θράκης.
β. Στὸ τόπο τοῦ μαρτυρίου ἀνάβλυσε πηγὴ ἁγιάσματος.
Ὅπως ἀναγράφεται καὶ σὲ ἐγκώμιο τῆς Ἁγίας, στὴν Ὑμνολογία, στὸ τόπο τοῦ μαρτυρίου της, ἀνάβλυσε θαυμασταπηγῆ ἁγιάσματος, τὸ ὁποῖο, ὅσοι ἐλάμβαναν, ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, μὲ πίστη, γίνονταν καλά.
Λόγο τῶν πολλῶν θαυμάτων, ποῦ ἔκανε ἡ Ἁγία, μὲ τὰ μύρα καὶ τὸ νερὸ τῆς ἁγιασμένης πηγῆς της, ἡ Ἡράκλεια κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς Χρόνους εἶχε γίνει παλλαϊκὸ προσκύνημα. Μάλιστα, καὶ ἀξιωματοῦχοι ἀνέπεμψαν τὶς προσευχὲς τους πρὸ τοῦ πανιεροῦ τάφου τῆς Ἁγίας, ὅπως π.χ. ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος, τὸ ἔτος 591 μ.Χ. (κατὰ τὸ Θεοφύλακτο) καὶ ὁ Ἡράκλειος, τὸ φθινόπωρο τοῦ ἔτους 610 μ.Χ. (κατὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Ἀντιοχέα).

ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ , ΣΤΟ ΓΑΛΑΤΣΙ.
Σύμφωνα μὲ τὴν προφορικὴ παράδοση, ἡ ἀνεύρεση τῆς εἰκόνας τῆς Παρθενομάρτυρος Γλυκερίας, στὸ Γαλάτσι Ἀττικῆς καὶ ἡ ἀνέγερση ἱεροῦ ναοῦ ἐκεῖ, πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας, συνδυάσθηκε μὲ τὸν ἑξῆς συγκινητικὸ θρύλο. Στὰ μαῦρα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στὸ Γαλάτσι, ζοῦσαν τρία ἀδέλφια. Ἔτυχε ὅμως, ἀπὸ πολὺ μικρὰ νὰ ξενιτευθοῦν καὶ τὰ τρία καὶ νὰ ἐπιστρέψουν ἔπειτα, ἀπὸ πάρα πολλὰ χρόνια. Δυστυχῶς, τὰ δύο, παρασύρθηκαν καὶ ἀλλαξοπίστησαν. Ὁ ἕνας «φράγκεψε»· ἔγινε καθολικὸς στὴ Βενετία καὶ ὁ ἄλλος «τούρκεψε»· ἔγινε μωαμεθανός. Μόνον ὁ τρίτος, ὁ μικρότερος, ἔμεινε πιστὸς στὴ θρησκεία τοῦ πατέρα του, ἔμεινε Ὀρθόδοξος Χριστιανός. Παραδόξως, μία ἡμέρα, συναντήθηκαν, χωρὶς νὰ ἀλληλογνωρισθοῦν στὸν τάφο τοῦ πατέρα τους, ποῦ πῆγαν νὰ προσκυνήσουν. Ὅταν εἶδε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, τράβηξαν ἀμέσως, τὰ σπαθιά. Ὁ τάφος εἶναι τοῦ πατέρα μου. Τραβήξου πέρα, μεμέτη καὶ σὺ σκυλοφράγκε, φώναξε ἀγριεμένος ὁ Χριστιανὸς στοὺς ἄλλους δύο, στὸν «Τοῦρκο» καὶ στὸ «Βενετσανο».
- Ὁ πατέρας μου, εἶναι θαμμένος ἐδῶ, γιατί ἦταν χριστιανὸς εἶπε ὁ «Τοῦρκος».
- Καὶ ὁ δικός μου πατέρας ἦταν γραικός, φώναξε μὲ τὴ σειρά του καὶ ὁ «Φράγκος».
Κοιτάχτηκαν τότε, καὶ τὰ τρία καλά - καλά στὰ μάτια. Ἐπίασαν κουβέντα. Θυμήθηκαν τὰ χαρούμενα παιδικά τους χρόνια, ποῦ ζοῦσαν ξένοιαστα στὸ Γαλάτσι, προτοῦ φύγουν γιὰ τὴ μαύρη ξενιτειά. Καὶ βάζοντας τὰ σπαθιὰ στὶς θῆκες τους, ρίχτηκαν μὲ δάκρυα στὰ μάτια, ὁ ἕνας στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἄλλου καὶ ἔγιναν γιὰ πολλὴ ὥρα ἕνα σῶμα, ἕνα σύπμλεγμα παράδοξο, ποῦ ἕνωσε ἡ ἀγάπη, τὸ ἀδελφικὸ αἷμα, ὁ τάφος καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ πατέρα τους, ἡ ζωή, μὲ τ' ἀπίστευτα καὶ ὅμως, πολλὲς φορές, ἀληθινὰ συμβάντα της. Λίγο ἀργότερα, πιὸ πέρα ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ πατέρα τῶν τριῶν ἀδελφῶν, βρέθηκε μία εἰκόνα τῆς Ἁγίας Γλυκερίας. Ἡ ἀλληλογνωριμία τῶν τριῶν ἀδελφῶν, ποῦ ἦταν ἕτοιμοι ἀλληλοσφαγοῦν καὶ ἡ συμφιλίωση τους ἐπάνω στὸν τάφο τοῦ πατέρα τους, συνδυάσθηκε μὲ τὴν ἀνεύρεση τῆς εἰκόνας τῆς Ἁγίας καὶ ἀποδόθηκε σὲ θαυμαστὴ ἐπέμβαση αὐτῆς. Κατόπιν αὐτοῦ, οἱ ἀγαθοὶ χριστιανοὶ χωρικοί, ποῦ ζοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὸ καταπράσινο Γαλάτσι, ἔκτισαν ἕνα μικρὸ πανέμορφο ἔξωκκλησι, γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν ἁγνὴ κόρη Γλυκερία, ποῦ μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χρίστου, ποῦ εἶναι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης, τῆς συγχωρήσεως καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας. Αὐτὸ ἀναφέρει ἡ παράδοση, ὅπως τὴν ἀφηγοῦνται ἡλικιωμένοι θεοφοβούμενοι Γαλατσιῶτες. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, τὸ Γαλάτσι, μεγάλωσε, ὅποτε ἡ πιστοὶ Γαλατσιῶτες, κατεδάφισαν τὸ ἔτος 1928 τὸ γραφικὸ ἱστορικὸ Ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας καὶ στὴ θέση τοῦ ἀνήγειραν μεγάλο Ναό, ὁ ὅποιος ἀποπερατώθηκε τὸ ἔτος 1946.Τὴν Παρθενομάρτυρα Ἁγία Γλυκερία, τὴν εὐλαβοῦνται πολὺ οἱ κάτοικοι Γαλατσίου γιὰ τὰ πολλά της θαύματα, γι' αὐτὸ καὶ ἀπὸ πολλῶν δεκαετιῶν καθιερώθηκε ὡς Προστάτιδα καὶ Πολιοῦχος Ἁγία του Γαλατσίου Ἀθηνῶν.
Τὸ Γαλάτσι, τὸ ὡραῖο αὐτὸ προάστιο τῆς Ἀθήνας, σήμερα πράγματι, μένει πιστὸ στὴ παράδοση. Τιμᾶ καὶ εὐλαβεῖται τὴν ἄθληφορο Μάρτυρα Γλυκερία. Θέλει δὲ καὶ ἐπιθυμεῖ, στὸν καιρὸ τῆς ἀμφιβολίας καὶ τῆς ἀρνήσεως, νὰ γνωρισθεῖ καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ Παρθενομάρτυς Γλυκερία ἀπὸ περισσότερους Χριστιανούς, νὰ γίνει τὸ κέντρον τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἀνθρώπων καὶ οἱ παλμοὶ τῆς καρδιᾶς νὰ κτυποῦν σὲ τούτη τὴ ζωή, ἀλλὰ μὲ στόχο τὴν ἄλλη τὴν ἰδανικώτερη καὶ αἰώνια ζωή. Εἴθε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Γλυκερίας, τῆς Μυροβλύτισσας, τῆς καλλιπαρθένου καὶ Θαυματουργοῦ, νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς ἐπουρανίου Βασιλείας. Ἀμήν.